Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Εγώ ελπίζω να τη βολέψω

Τι θα κάνατε αν κάποιος σάς στερούσε το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης;

─ … Χμμμμμ… Κατάληψη; Απεργία; Συλλαλητήριο; Κάτι δυναμικό, οπωσδήποτε… Αυτό δα μας έλειπε. Αυτό δε θα περάσει έτσι! Άντε, γιατί…

─ Καλά, καλά, μη θυμώνετε, μια υποθετική ερώτηση έκανα, για να περάσω ακριβώς στην επόμενη: γιατί καταργείτε μόνος σας το δικαίωμά σας στην ελεύθερη έκφραση;

─ …Χμμμμμ… Δεν το καταλαβαίνω αυτό, ποιος είπε ότι δεν εκφράζομαι ελεύθερα; Λέω ό,τι θέλω, για όποιον θέλω, όποτε θέλω…

─ Τότε, ποια είναι, ειλικρινά, η γνώμη σας για μένα;

─ … Χμμμμμ …

Ο παραπάνω φανταστικός διάλογος δείχνει πώς μπορεί η ελευθερία έκφρασης να αυτοπεριοριστεί, ασυνείδητα και αυτόματα, όταν οι κοινωνικές συμβάσεις το επιβάλλουν. Αν βάλουμε στη θέση αυτών των συνομιλητών τον εκπαιδευτικό (να ρωτά) και το μαθητή (να απαντά), τότε ο διάλογος δεν είναι καθόλου φανταστικός. Λίγο-πολύ το ίδιο ισχύει αν βάλουμε στη θέση των δύο συνομιλητών δύο εκπαιδευτικούς που συνυπηρετούν σ’ ένα σχολείο.

Στην πραγματικότητα μας ενοχλούν πολλά, πάρα πολλά, μέσα στο σχολείο, περισσότερα από όσα μας ικανοποιούν, τόσο τους εκπαιδευτικούς όσο και τους μαθητές και τους γονείς. Και δεν είναι μόνο αυτά για τα οποία ευθύνονται κάποιοι απόμακροι «άλλοι» (Διοίκηση, πολιτική εξουσία κτλ). Είναι και πολλά άλλα που συζητάμε καθημερινά, προβλήματα που εντοπίζουμε δίπλα, μέσα στο σχολείο, στην τοπική κοινωνία, στα πρόσωπα: μαθητές, εκπαιδευτικοί, γονείς…

Η πραγματικότητα είναι ότι περίπου κανείς δεν είναι ικανοποιημένος από κανέναν (πλην εξαιρέσεων). Αλλά και κανείς δε μιλάει (πάλι πλην εξαιρέσεων). Μόνο «μεταξύ μας».

Μεταξύ μας: οι μαθητές είναι αδιάφοροι και τεμπέληδες, αγράμματοι και ασεβείς…

Μεταξύ μας: οι γονείς είναι παράξενοι, όλο απαιτήσεις και αχάριστοι…

Μεταξύ μας: οι εκπαιδευτικοί είναι δημόσιοι υπάλληλοι που νοιάζονται μόνο για τα προνόμιά τους, δεν παράγουν κανένα εκπαιδευτικό αποτέλεσμα, επαναπαυμένοι στην ύπαρξη των φροντιστηρίων…

Πλην εξαιρέσεων, βέβαια, μην το ξεχνάμε, για να μην παρεξηγηθούμε κιόλας…

Όλα μεταξύ μας, μια ζωή αυτήν τη σχολική πραγματικότητα θυμάμαι. Δε συζητάμε ανοιχτά, δε συζητάμε τα δυσάρεστα ή, μάλλον, δε συζητάμε σχεδόν καθόλου. Βιαστικά, πάντα με την πίεση της «ύλης» μέσα στην τάξη, τυπικά πολλές φορές οι σύλλογοι διδασκόντων σ’ αυτήν την «παιδαγωγική συνεδρίαση» κάθε τετραμήνου, περιορισμένα και συνήθως σχετικά με τις εκδρομές οι μαθητές στις μηνιαίες συνεδριάσεις τους, μονότονα και πάντα σε σχέση με τις σχολικές επιδόσεις (καλός είναι… αλλά θέλει περισσότερο διάβασμα…) οι εκπαιδευτικοί με τους γονείς: αυτός είναι όλος κι όλος ο διάλογος που διεξάγεται στα πλαίσια μιας σχολικής κοινότητας. Και τα άλλα;

Οι σχέσεις μαθητών-εκπαιδευτικών, που κάποτε είναι προβληματικές;

Οι ελλείψεις και υστερήσεις του σχολείου; Των εκπαιδευτικών; Των μαθητών; Της τοπικής κοινωνίας; Οι κακές νοοτροπίες που υποβαθμίζουν έως και ευτελίζουν τη σχολική πράξη; Ο βραχνάς των φροντιστηρίων και το ασφυκτικό πρόγραμμα των μαθητών, που τους κάνει τους πιο δυστυχισμένους μαθητές στην Ευρώπη;

Αυτά «μεταξύ μας» και με τη μόνιμη επωδό «έτσι είναι το σύστημα», σε μια τυπική έκφραση της νεοελληνικής μοιρολατρίας, αυτής που οδηγεί τον καθένα μας στην επιλογή του ατομικού βολέματος: «να τελειώσω (εύκολα) το σχολείο και (πληρώνοντας φροντιστήρια) να σπουδάσω για να διεκδικήσω μια καλύτερη θέση στην αγορά εργασίας» είναι πάνω-κάτω η στρατηγική του μέσου μαθητή. «Να ανταποκριθώ στις τυπικές υποχρεώσεις μου, χωρίς συγκρούσεις» είναι η στρατηγική του μέσου εκπαιδευτικού ─ και πάει λέγοντας…

Α! Ξέχασα: είναι και οι κατ’ έθιμο επαναστατικές εκρήξεις του μαθητικού κινήματος, που μονότονα επαναλαμβάνονται κάθε Δεκέμβριο εδώ και πολλά χρόνια και που μάλλον μια ανάπαυλα διεκδικούν από αυτήν τη μίζερη σχολική ζωή παρά μια πραγματική αλλαγή ─ ή μήπως θα έδειχνε κάτι διαφορετικό ένας απολογισμός των καταλήψεων επί τόσα χρόνια;

Είναι και οι επίσης κατ’ έθιμο απεργιακές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών, μάλλον ως επαναστατική γυμναστική παρά ως ─ συνειδητή και με πίστη ─ διεκδίκηση μιας ποιότητας στην Εκπαίδευση.

Οι πραγματικές επαναστάσεις, άλλωστε, έχουν κόστος γι αυτόν που επαναστατεί κι όχι μόνο για τους άλλους, όπως έχει καθιερωθεί τελευταία. Κι αυτό το προσωπικό κόστος δε διατίθεται κανείς να το αναλάβει σήμερα. Γι αυτό δε μιλάνε ο μαθητής κι γονιός μέσα στη σχολική κοινότητα (φοβούνται τη στοχοποίηση), γι αυτό καμία μαθητική κινητοποίηση δε διεκδίκησε π.χ. την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ─ ούτε καν αυτών που βαθμολογούν στις πανελλαδικές εξετάσεις!!! ─ γι αυτό και το Δεκέμβρη του 2008, ενώ οι μαθητικές κινητοποιήσεις γνώρισαν τη μεγαλύτερη έξαρσή τους και τα σχολεία ήταν κλειστά σε όλη την Ελλάδα, τα φροντιστήρια λειτουργούσαν κανονικά (καλή η επανάσταση, αλλά όχι και να μου κοστίσει προσωπικά… στην επιδίωξη των προσωπικών μου στόχων…). Γι αυτό και ο εκπαιδευτικός, ενώ «μεταξύ μας» εξεγείρεται για πολλά και διάφορα, στην πράξη αντιδρά χλιαρά: γιατί (υποψιάζεται ότι) το «άλλο σχολείο», το οποίο οι πάντες θα θέλαμε, απαιτεί (ναι, ναι: και πολλά από την πολιτεία, χρήματα, σχέδιο, αναλυτικά προγράμματα κτλ, αλλά) και τη δική του συμμετοχή, τη δική του ενεργοποίηση, την αλλαγή συνηθειών από μέρους του· γιατί επίσης ξέρει ότι οι συνδικαλιστές εκπρόσωποί του λένε αυτά που λένε, τα ξύλινα τα κομματικά κτλ, επειδή στις συλλογικές διαδικασίες (μια φορά το χρόνο και με κλειστά τα σχολεία!) δεν παρίσταται, έστω για να τους αποδοκιμάσει ή για να ψηφίσει άλλους (ναι! Υπάρχουν!).

Οι πραγματικές επαναστάσεις, επίσης, δε σταματούν στο ξέσπασμα αγανάκτησης και στο γκρέμισμα των εξουσιών ή των συμβόλων της, αλλά διεκδικούν ρόλο στη διαχείριση της εξουσίας, είναι κινήματα που διεκδικούν να διαχειριστούν τον εαυτό τους ή και την κοινωνία ολόκληρη. Τα ξεσπάσματα αμφισβήτησης των τελευταίων χρόνων, αντιθέτως, εκτονώνονται μόνο «χτυπώντας το σύστημα» (κυρίως το πολιτικό) και έπειτα, αποσυρόμενα, δείχνουν ότι περιμένουν από το ίδιο αυτό σύστημα μια καλύτερη συμπεριφορά επειδή δήθεν το τρόμαξαν.

Βολευόμαστε λοιπόν στη μίζερη σχολική πραγματικότητα όλοι, άλλοι με μικρότερο κι άλλοι με μεγαλύτερο κόστος, αλλά πάντως βολευόμαστε. Το ότι δε δρούμε μπορεί να εξηγηθεί και αλλιώς: η δράση απέναντι σε όλο αυτό το τέλμα απαιτεί πολύ προσωπικό κόστος και έχει αβέβαιο αποτέλεσμα. Το ότι όμως δε μιλάμε κιόλας, παρά μόνο «μεταξύ μας»… Το ότι δε στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον να πούμε «θέλω από εσένα αυτό και με ενοχλεί εκείνο, μπορούμε να αλλάξουμε αυτό ή εκείνο»…Αυτό τι άλλο δείχνει παρά ότι βολευόμαστε στο τέλμα και επενδύουμε τελικά στο ατομικό (και πανάκριβο όμως) βόλεμα;

«Δεν προλαβαίνουμε» λέμε συνήθως όλοι: εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές. Αν και παράδοξο, είναι αλήθεια σε ένα βαθμό. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η φιλοδοξία του κειμένου αυτού: να αποτελέσει έναυσμα για διάλογο. Άλλωστε το να γράψει κανείς δυο σκέψεις σε ένα ιστολόγιο ούτε επανάσταση συνιστά ούτε κοστίζει…

Παύλος Βελιτζέλος

Φιλόλογος

Λύκειο Κρυονερίου